διατρέφω

διατρέφω, [tense] fut.
A

-θρέψω D.C.63.27

:—breed up, support, dub.l. in Arar.16; τὸ τέχνιον ἡμᾶς -θρέψει D.C.l.c.;

τινὰ ἀπό τινος X.Mem. 2.7.6

; δ. σπουδαίως keep patient well nourished, Aët.16.36:—[voice] Pass., to be sustained continually, Th.4.39; to be maintained, BGU1024vii 14 (iv A.D.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατρέφω — breed up pres subj act 1st sg διατρέφω breed up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέφω — διατρέφω, διέθρεψα βλ. πίν. 219 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διατρέφω — (AM διατρέφω) 1. τρέφω, τροφοδοτώ, παρέχω τα απαραίτητα για συντήρηση 2. παθ. υποστηρίζομαι συνεχώς …   Dictionary of Greek

  • διατρέφω — διάθρεψα, διατράφηκα, συντηρώ κάποιον, τον τρέφω: Διατρέφει ολόκληρη οικογένεια με ένα μισθό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαθρέψει — διατρέφω breed up aor subj act 3rd sg (epic) διατρέφω breed up fut ind mid 2nd sg διατρέφω breed up fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρέψουσι — διατρέφω breed up aor subj act 3rd pl (epic) διατρέφω breed up fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διατρέφω breed up fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρέψω — διατρέφω breed up aor subj act 1st sg διατρέφω breed up fut ind act 1st sg διατρέφω breed up aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρέψῃ — διατρέφω breed up aor subj mid 2nd sg διατρέφω breed up aor subj act 3rd sg διατρέφω breed up fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατροφῇ — διατρέφω breed up pres subj mp 2nd sg (epic) διατρέφω breed up pres ind mp 2nd sg (epic) διατρέφω breed up pres subj act 3rd sg (epic) διατροφή sustenance and support fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέφῃ — διατρέφω breed up pres subj mp 2nd sg διατρέφω breed up pres ind mp 2nd sg διατρέφω breed up pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρέψαι — διατρέφω breed up aor inf act διαθρέψαῑ , διατρέφω breed up aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.